Showing posts with label παραξενα παιχνιδια. Show all posts
Showing posts with label παραξενα παιχνιδια. Show all posts

25.6.07

Σε κοιταζω , σε παρατηρω.
Καθεσαι απεναντι μου,
καπνιζοντας και πινοντας κοκκινο κρασι.
Δεν εχουν περασει παρα μερικα λεπτα
απο την στιγμη που με κτυπησες.
Στεκομουν εκει χωρις αντιδραση.
Σε κοιταζα με μισος.
Σου ειχα ζητησει να σταματησουμε αυτον τον ανοητο καυγα.
Δεν οδηγουσε πουθενα παρα μονο στην βια.
Στο ειπα κιολας, η βια γενναει βια,
μην συνεχιζεις.
Εσυ ηθελες να πεις περισσοτερα,
να βγαλεις απο μεσα σου οτι αισθανοσουν.
Μου ειπες πως ειχε ερθει η ωρα να μαθω ποσο θανασιμη ησουν.
Πως την προδοσια μου θα την πληρωνα ακριβα.
Τοτε ηταν που με κτυπησες, δυνατα ,
πανω ακριβως στο αυτι.
Για να με πονεσεις περισσοτερο.
Ειδες στα ματια μου τον πονο,
ενιωσες την λεξη που επνιξα στην κραυγη μου.
Ειδες το μισος μου για σενα.
Και γελασες δυνατα, υστερικα,
μολις καταλαβες πως δεν θα αντιδρουσα.
Εκανες δυο βηματα πισω
και πηγες στην κουζινα να βαλεις στο ποτηρι το κρασι.
Ετσι βρεθηκαμε στους καναπεδες ,
σχεδον αντικρυστα ο ενας απο τον αλλον.
Αναψαμε τσιγαρο σχεδον ταυτοχρονα.
Τραβηξα δυο τρεις βιαστικες ρουφηξιες για να καλμαρω λιγο.
Εσυ ανακατευεις τον καπνο
μαζι με γουλιες κοκκινου κρασιου.
Δεν μιλαμε.
Ουτε καν με κοιτας.
Προσπαθω να παρω το βλεμμα μου απο πανω σου,
αλλα δεν μπορω.
Θελω να ξεχασω αυτο που εγινε, τα λογια σου,
τον ανοητο καυγα μας αλλα δεν μπορω.
Πως μπορεις να εισαι τοσο κακια μαζι μου?
Πως μπορεις να με προσβαλλεις ετσι?
προσπαθεις να βολευτεις στον καναπε καλυτερα.
Καθως απλωνεις τα ποδια σου ,
κατα λαθος σηκωθηκε λιγο η φουστα σου.
Ειναι δυνατον να το κανεις επιτηδες?
Ακομα και τωρα να παιζεις μαζι μου?
Γιατι παιζεις μαζι μου, αυτο το παραξενο παιχνιδι?
Χωρις να μου δινεις καθολου σημασια
να με ελεγχεις τοσο πολυ?
Δεν μπορω να παρω το βλεμμα μου απο τα ποδια σου.
πρεπει να ηρεμησω κι’εγω
για να μην γινουν χειροτερα τα πραγματα.
Αυτη την στιγμη το κρασι φανταζει σαν η μονη διεξοδος.
Δε βαριεσαι, σημερα θα πιω κι’εγω κανα-δυο ποτηρια.
Σηκωνομαι να φερω το ποτηρι μου.-αγαπη μου ,
αν πηγαινεις στην κουζινα
φερε μαζι σου και την μπουκαλα με το κοκκινο κρασι,
κλεισε και τα φωτα σε παρακαλω,
σημερα εχω εναν φοβερο πονοκεφαλο.



posted by zero



22.6.07

blogging: το παράξενο











Παράξενο παιχνίδι αυτό το blogging. Μέσα σε μια στιγμή μπορείς να δημιουργήσεις μια παράλληλη περσόνα, να την υποδύεσαι με ευλάβεια για ένα χρονικό διάστημα, να γνωρίζεις και να συγχρωτίζεσαι με άλλες παράλληλες ηλεκτρονικές προσωπικότητες και ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένει κανείς, ίσως ούτε εσύ ο ίδιος, να αποποιείσαι τον ψηφιακό σου εαυτό και να μην ξαναεμφανίζεσαι.
Ίσως έτσι θα θέλαμε να είναι η ζωή μας πραγματικά. Να εμφανιζόμαστε όταν και όπου επιθυμούμε, να παίρνουμε και να δίνουμε αυτό που θέλουμε, και να φεύγουμε δίχως ίχνος, δίχως ενοχή, δίχως λόγο. Και όταν αισθανθούμε την ανάγκη, να ξαναμπαίνουμε στο σύμπαν των ιστολογίων ως άλλοι, διαφορετικοί αστερισμοί. Πού αλλού υπάρχει τέτοια ελευθερία εισόδου και φυγής; Πού αλλού έχει καθένας μας τη δυνατότητα να πλάσει όποιον εαυτό θέλει και να τον υποστηρίζει μέχρις ότου δεν θέλει ή δε μπορεί άλλο; Πού αλλού μπορούν σε μια στιγμή και με το πάτημα ενός πλήκτρου να μηδενιστούν σχέσεις που παίρνουν καιρό να χτιστούν;
Γιαυτό λέω, παράξενο παιχνίδι το blogging…



posted by exitmusician

19.6.07

Το παιχνίδι της ζωής του


Ελπίζω να είναι χαλαρωμένο το τζάμι.

Σπρώχνει, το παράθυρο υποχωρεί.

Ανεβαίνει στο πεζούλι. Σαλτάρει μέσα.

Προσγειώνεται δίπλα στο κρεβάτι.

Στέκεται στις άκρες των αθλητικών του και κλείνει τα τζάμια.

Κοιτάει τριγύρω. Η ματιά του καρφώνεται στο τραπέζι.

Στέκεται μπροστά του

Για να δω. Ωραία, έχει αρκετά κέρματα.

Βάζει την ανοιχτή δεξιά παλάμη του στην άκρη του τραπεζιού

και με την αριστερή σπρώχνει τα κέρματα στη φούχτα.

Τα χώνει στην τσέπη.

Πάμε τώρα να φύγουμε.

Πάει στην πόρτα του παλιού ψηλοτάβανου.

Την ανοίγει σιγά σιγά. Στον απέναντι δρόμο κανένας.

Με μεγάλα βήματα διασχίζει την αυλή και βγαίνει στον δρόμο.


Στο τέρμα του στρίβει αριστερά. Φτάνει στην πλατεία.

Στην άκρη της βρίσκονται τα ηλεκτρονικά.

Ανεβαίνει τα σκαλάκια, μπαίνει μέσα.

Ο υπεύθυνος του μαγαζιού του ρίχνει ένα βλέμμα

και γυρνάει πίσω στην τηλεόραση.

‘Καλώς το παιδί.’

Κουνάει το κεφάλι του, κάθεται και ρίχνει το πρώτο κέρμα.

Για κανένα δεκάλεπτο σκοτώνει εξωγήινους.

Άλλο ένα μισάωρο καταρρίπτει αεροπλάνα. Μετά πίσω στους εξωγήινους.

Βάζει το χέρι στην τσέπη. Τέλος τα κέρματα. Κατεβάζει το κεφάλι,

το στήθος του γεμίζει και απότομα αδειάζει.


Με αργά βήματα βγαίνει έξω από το μαγαζί. Κατεβαίνει τα σκαλιά.

Βάζει τα χέρια στις τσέπες και προχωράει.

Φτάνει σπίτι. Σπρώχνει την πλαϊνή πορτίτσα, βάζει το χέρι από μέσα

και τραβάει το χερούλι της πόρτας.

Ανοίγει, μπαίνει σπίτι, κλείνει την πόρτα και πάει στο δωμάτιό του.

Ανάβει το ραδιόφωνο, ξαπλώνει στο κρεβάτι

και κοιτώντας το ταβάνι βγάζει το άσπρο πουκάμισο.

Ανοίγει την ζώνη, κατεβάζει το γκρι παντελόνι, ανακάθεται,

λύνει τα μποτάκια, τα βγάζει, μετά τις κάλτσες και το παντελόνι.

Τα πετάει όλα στην καρέκλα απέναντι από το κρεβάτι του

και ξαπλώνει πάλι.


Το λεωφορείο σταματάει στην πλατεία. Κατεβαίνει. Το κεφάλι κάτω.

Βαριέμαι γαμώτο. Τι να κάνω;

Σηκώνει το κεφάλι. Με την άκρη του ματιού του κοιτάει τον υπεύθυνο

που ξεκλειδώνει το μαγαζί.

Λες να δοκιμάσω;

Προχωράει λίγο ακόμη.

Δεν γαμιέται.


Επιταχύνει. Φτάνει σπίτι. Κανένας. Πετάει στο δωμάτιο την τσάντα.

Ξεκλειδώνει την πίσω πόρτα.

Κατεβαίνει βιαστικά τα σκαλιά.


Τρέχοντας σχεδόν, φτάνει στο σπίτι του.

Από το δρόμο το γκαράζ φαίνεται άδειο.

Διασχίζει την αυλή, περνάει το γκαράζ και φτάνει στο παράθυρο.

Δοκιμάζει το τζάμι, ανοίγει. Πηδάει στο πεζούλι, σαλτάρει μέσα.


Πάει κατευθείαν στο τραπέζι.

Τίποτα; Όχι να πάρει. Κάπου αλλού θα έχει, αποκλείεται.

Κοιτάει τριγύρω.

Τα μάτια του σταματάν στην μεγάλη ξύλινη ντουλάπα.

Φτάνει μπροστά της, ανοίγει τα χοντρά φύλλα.

Βάζει το δεξί χέρι στην τσέπη του σακακιού στο βάθος.

Τίποτα. Προχωράει στο επόμενο. Τα ίδια.

Επόμενο.

Χαρτονόμισμα!

Το βγάζει, δύο λίρες.

Μόνο;Κάποιο από τα άλλα σίγουρα κάτι θα...


Θόρυβος κλειδιού. Γυρνάει απότομα.

Κάνει δύο βήματα στα αριστερά.

Ο άντρας γεμίζει την είσοδο.

Παγώνει.

Με δύο βήματα τον φτάνει.

Τον αρπάζει από το πουκάμισο.

‘Τι κάνεις εδώ ρε μπεζεβέγκη;’

‘Θείε…’

Το δεξί χέρι του άντρα σκάει επάνω στο μάγουλό του.

‘Μίλα ρε. Τι κάνεις εδώ;

‘Εγώ…’

Το χέρι ξανασκάει επάνω στο μάγουλό του.

Τα κουμπιά του πουκάμισου ξεριζώνονται.

Χάνει την ισορροπία του.

Το πίσω μέρος του κεφαλιού κτυπάει στην γωνιά της ντουλάπας.



posted by
pan


13.6.07

Ξεκίνησε σαν παιχνίδι αλλά μετά… Παράξενο!












Στην αρχή είχε ξεκινήσει για πλάκα, για να περνάει η ώρα.
Μετά έμεινε σαν συνήθειο όταν βρισκόμασταν με φίλες και μιλούσαμε για τα αισθηματικά μας. Τι κάναμε; Τους έριχνα τα χαρτιά! Φυσικά, ήξερα πάρα πολλά για τα προσωπικά τους και όσο να πεις ήταν αναμενόμενο να πέφτω μέσα στις «προβλέψεις» μου.
Τελευταία με τις καταλήψεις στις σχολές, η τράπουλα επανήλθε στο προσκήνιο: παίζαμε κλέφτες κι αστυνόμοι, μπλόφα (τι γέλια μ’ αυτό το παιχνίδι!), αγωνία, ξερή…ε κάπως να διασκεδάζουμε ανάμεσα στα στράτσα, τις αφισοκολλήσεις, τις εκδηλώσεις, τις συζητήσεις, τις συνελεύσεις. Μαζί με τα άλλα παιχνίδια, λοιπόν, άρχισα και τις πασιέντζες. Το ενδιαφέρον εκπληκτικά μεγάλο, από αγόρια και κορίτσια! Έσπαγα πλάκα έτσι που κανονίζανε μεταξύ τους τη σειρά, σε ποιον θα πω πρώτα και ποιος θα περίμενε. Ο κύκλος των ενδιαφερομένων άνοιξε πολύ και βρέθηκα να ρίχνω τα χαρτιά σε άτομα που ούτε το όνομά τους δεν ήξερα, πόσο μάλλον τα προσωπικά τους. Που είναι το παράξενο; Το παράξενο είναι ότι μετά από λίγο καιρό άρχισαν να έρχονται αυτά τα άτομα, που ούτε το όνομά τους θυμόμουν πλέον, και να μου λένε ότι τους τα βρήκα όλα στα χαρτιά και όπως τα είπα έτσι έγιναν τελικά!! Στην αρχή το θεώρησα σύμπτωση και το έριχνα στην πλάκα: «Είδες το κληρονομικό χάρισμα! Ξεχάστε τα τα τζάμπα, θα βάλω ταρίφα!». Έλα μου όμως που τα κρούσματα άρχισαν να πληθαίνουν! Όλο και πιο πολλοί έρχονταν και μου ζητούσαν να τους ρίξω πάλι τα χαρτιά γιατί την προηγούμενη φορά βγήκανε όλα ή να τους τα ρίξω για πρώτη φορά επειδή «άκουσαν» (!!!) ότι τα βρίσκω όλα!!! Έπαψε πλέον να είναι αστείο. Άρχισα να βλέπω πρόσωπα καταστεναχωρημένα όταν έλεγα κάτι δυσάρεστο και άτομα να βασίζουν τις αποφάσεις τους σε ό,τι άκουγαν από την πασιέντζα. Τρόμαξα! Και το σταμάτησα αμέσως.


posted by παπί


11.6.07

το παραξενο παιχνιδι της μοιρας...














Σηκωθηκε απο το τραπεζι μαζευοντας ολα τα πραγματα του και αφηνοντας χρηματα πολυ περισσοτερα απο αυτα που εγραφε η αποδειξη, χωθηκε μαζι με τους πολυαριθμους τουριστες στη στοα της Duomo. Η καρδια του χτυπουσε ακανονιστα και πιστευε πως ο αυτος ο βομβος που ακουγε μες στα αυτια του ηταν ικανος να ακουστει κι απο τους γυρψ του. Για μια στιγμη φοβηθηκε πως η καρδια του θα τον προδιδε και θα γινοταν αντιληπτος απο ολους. Το δονουμενο κινητο του τηλεφωνο τον εβγαλε απο τις σκεψεις του.
-Γεια σου μπαμπουλι μου.
Η μικρη του Αλκηστη. Ο θησαυρος του. Το κρυμμενο νοημα πισω απο ολες τις πραξεις του.
-Μου πηρες την κουκλιτσα που σου ζητησα?
-Φυσικα πριντσεσα μου. Πρωτα απ¨ολα μολις εφτασα στο Μιλανο αυτο εκανα, ειπε με μια δοση υπερβολης.
-Αχ πολυ σ¨αγαπω μπαμπουλι μου, γεια σου τωρα. Το τηλεφωνο εμεινε αηχο για μερικες στιγμες μεχρι να απαντησει η Ελσα η γυναικα του. Να μην της ταζεις τον ουρανο αλλη φορα, ειπε και ενιωσε το χαμογελο της στην αλλη ακρη του ακουστικου. Τωρα που ξερει οτι θα παρει αυτο που ζητησε δεν την ενδιαφερει τιποτε αλλο. Την κακομαθαινεις.
-Αφου ειναι χαρα μου να σας φερνω δωρα κι οταν βλεπω τα χαρουμενα προσωπα σας χαιρομαι διπλά εγω.
-Εισαι καλα? ρωτησε η Ελσα με κεινο το γνωριμο ενδιαφερον της.
-Μια χαρα. Ελπιζω να τελειωσω γρηγορα και να επιστρεψω οπως υπολογισα.
-Να προσεχεις.
-Θα προσεχω.
Εβαλε το τηλεφωνο στην εσωτερικη τσεπη του σακακιου του και εστριψε δεξια στην Montenapoleone. Ο Ισιδωρος στεκοταν εκει μπροστα στη μπουτικ του Versace, οπως ειχαν συμφωνησει. Τι ειχε αυτος ο αντρας και τον εκανε να νιωθει ετσι? Γιατι καθε φορα που τον εβλεπε ενιωθε αυτη την ακατανικητη επιθυμια να τον δειρει, να τον κανει να πονεσει και μετα να τον φιλησει, να τον χαιδεψει και να τον κανει να νιωσει ομορφα. Απο τοτε που ο Ισιδωρος ηρθε να συνεργαστουν στο τμημα της εταιριας που δουλευε, ενιωθε αυτα τα ακραια και αντικρουομενα συναισθηματα. Δεν ηθελε να παραδεχτει πως ενιωθε μια ζωωδη ελξη απεναντι στον Ισιδωρο. Και δεν του ειχε συμβει ποτε κατι αντιστοιχο. Ανικανος να παραδεχτει τι του συνεβαινε χωνοταν ολο και πιο βαθια σ¨αυτο το παραξενο παιχνιδι που του επεφυλασε η μοιρα του. Το μονο που ηθελε ηταν να γρονθοκοπησει το προσωπο του Ισιδωρου μεχρι να ματωσει και μετα να φιλησει τις ματωμενες πληγες του. Σαν μικρο παιδι ενιωθε ενοχος για τις σκεψεις του και για τις σκανταλιες που σκαρφιζοταν. Το σφυριγμα των φρενων τον εβγαλε απο τον κυκεωνα των σκεψεων του. Κοιταξε απεναντι και αντιληφθηκε πως υπηρχε μαζεμενος κοσμος ολογυρα αλλα ο Ισιδωρος δεν φαινοταν πουθενα. Ετρεξε αμεσως προς τα εκει γεματος αγωνια φοβουμενος πως ειχε συμβει κατι τραγικο. Ενιωσε να σκιζει τα σωθικα του μια παγωμενη λεπιδα. Το αυτοκινητο με την τρελλη πορεια ειχε χτυπησει τον Ισιδωρο που κειτοταν ακινητος με τα ματια ανοιχτα και παγωμενα. Τα δακρυα που κυλησαν απο τα ματια του πνιγονταν μεσα σε λυγμους και αναφυλλητα. Το προσωπο του Ισιδωρου συσπαστηκε και γυρισε προς το μερος του. Σ'αγαπησα .... Αντιο.... Εκλεισε τα ματια και εγειρε το κεφαλι του. Αντιο ... απαντησε και αρχισε να κλαιει σαν μικρο παιδι. Για αλλη μια φορα στο παραξενο παιχνιδι της μοιρας του βγηκε χαμενος. Η μηπως νικητης?


posted by Ala Grecque :-)



8.6.07

Καημένε μπαμπά...



















-Έλα... Άσε το playstation. Δεν βαρέθηκες;

-Βαρέθηκα αλλά τι να κάνω; Μόνο Σάββατο και Κυριακή μπορώ να παίξω με τους φίλους μου.
-Δίκιο έχεις και συ... Έτσι που έγινε η κατάσταση, με τι άλλο να παίξεις...

-Με τι έπαιζες εσύ στην ηλικία μου μπαμπά;

-Έπαιζα με τα παιδιά της γειτονιάς, στο δρόμο, στην αλάνα, έξω...

-Εννοώ, τι παιχνίδια;

-Ου! Πολλά... Κρυφτό, κυνηγητό, κλέφτες κι αστυνόμοι, αγαλματάκια,πόλεμο, ποδόσφαιρο....

Όποιος είχε καλή, "πέτσινη" μπάλα, ήταν αρχηγός στη γειτονιά. Έλυνε και έδενε στην παρέα.
-Όχι ρε μπαμπά... Δεν εννοώ αυτό. Τι παιχνίδια είχες στο playstation;
-Δεν είχαμε τέτοια παιχνίδια γιε μου τότε.

-Ούτε gameboy είχατε;

-Ούτε...

-Καημένε μπαμπά...

-Γιατί καημένος;

-Τώρα καταλαβαίνω γιατί παίζεις παιχνίδια στον υπολογιστή σου.
-Ευτυχώς που με καταλαβαίνεις και συ παιδί μου. Ευτυχώς.



(Εντάξει, εντάξει. Ξέρω ότι οι κουλτουριάρες ξενοδόχες μας όταν λένε "παράξενο παιχνίδι" το εννοούν μεταφορικά. Πειράζει που το πήρα τοις μετρητοίς; Όχι ε; )


posted by A.F.Marx